Ελλάς ΕΠΕ,

εργάτες που πέθαναν πριν ακόμη γεννηθούν, με την πρόσοψη κυριλέ κι ένα κλεμμένο απ' την Τ.V. χαμόγελο, να γαντζώνουν τα νύχια τους στα άγουρα μάτια της αυγής και να βαδίζουν στο χαμό ευνουχισμένοι,

νοικοκυρές με μαδημένα μυαλά να γλείφουν και να λιθοβολούν τα ερωτικά τους οράματα και τίποτε τίποτε άλλο,

τσουβάλια από φουσκωμένα στομάχια, πνευμόνια, νεφρά, βυζιά κρεμασμένα και μισοχαλασμένες καρδιές για μια ξεφτιλισμένη Σταύρωση στη Λαική του Σαββάτου,

σπορά σανατορίου, τρελοκομείου και εξορίας και φυλακής και θανάτου, θανάτου και πείνας, θανάτου και δίψας,

φοιτητές με την κράση της βροχής και τις ευχές της Σελήνης, με αγέρωχο παράστημα πνεύματος να κολυμπάνε στην ανία ρίχνοντας που και που για δόλωμα μία θλιμμένη μπαλάντα στα σιδερένια δόντια του χρόνου,

χιλιάδες Ζακχαίοι ανεβασμένοι στα δέντρα της ψευδαίσθησης που όλη τη νύχτα μάταια γύρευαν μια νέα Βηθλεέμ, να σχηματίσουν νεκρώσιμες πομπές την αυγή ατελείωτες ώσπου ξεκόλωσε τα μάτια του ο Ήλιος,

καρδιές που στα προκοίλια του χρόνου με το αίμα τους έγραψαν ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, κορμιά ανυπότακτα δίδυμα με τη γνήσια πέτρα ή το άγριο νερό που ξερνάνε τις ζωές τους βλαστημώντας, Γήινη σάρκα που στραβώθηκε για να θαφτεί μεσ' στο μπετόν της κρατικής ψυχής,

Αχαιοί του τρίτου, Δωριείς του τετάρτου ορόφου, σκλάβοι του χρόνου, θηλαστικά μηχανάκια, αυλοκόλακες των ρομποτοποιών, σπουδαία ευρήματα για τους αρχαιολόγους του 100.000 μ.Χρ.,

γεμάτα θαύματα ανθρώπινα όντα, ανιόντα και κατιόντα, πληκτικοί κι εκπληκτικοί άνθρωποι,

λευκά μάτια, γαλανά μαλλιά, χείλη κλεμμένα από αρχαία φωτιά που δε θέλησε μέχρι σήμερα να σβήσει, σώματα ντυμένα με αέρα και φώς, ψυχές που ζηλεύει ο Ήλιος,

μωρά ουράνια που άρπαξαν το αιμόφυρτο φεγγάρι που ούρλιαζε κατρακυλώντας σε ένα παμπάλαιο μέλλον,

κορμιά κατοικημένα από εκατομμύρια νεκρούς, βασίλεια του Στεντόν, ζούγκλα φαντασιώσεων, με τα εντόσθια της στιχουργικής να τσιρίζουν στα τηγάνια της έμπνευσης,

άρχοντες και βασιλείς του Αποστατούντος Λόγου που άναψαν τη φωνή τους και έκαναν σούζες στους δρόμους της κραυγής στο άσπρο σκοτάδι της μέρας,

που έσπασαν τα μολύβια τους πανηγυρικά μπροστά σε ολόκληρους λαούς στουπί μεθυσμένους,

που είχαν Μούσα μια οποιαδήποτε πόρνη του Μεταξουργείου μετά την ενδεκάτην νυκτερινήν, και μολύβια ειδικά να ρίχνουν τα βάρβαρα φύλλα της σιωπής στην έναστρη σκεπή της νύχτας για ν' αποτυπώσουν κάθε άνθρωπο και μ' ένα στίγμα του Αννάμ στα μπράτσα του χρόνου,

που είδαν τις κεφαλές των στίχων να αναδύονται στους όρμους της έκστασης με ουράνιες ιαχές, ακρωτηριασμένα οράματα να σαπίζουν στους πυθμένες των πόλεων και ένα χάρτινο λουλούδι να ματώνει στις Λεωφόρους του Τέλους,

που έριξαν το σπέρμα τους βαθιά στα ανθισμένα αιδοία, πνιγμένοι από πλημμύρες φωνηέντων, σεισμούς συμφώνων, ανατινάξεις λέξεων, στίχων σφαγές, ο Αρμαγεδών επί χάρτου και ο βρυχηθμός του εγκληματία ποιητή οχιές χιλιάδες να χύνονται μεσ' απ' το στόμα του,

που μιλούσαν με προφορά αστραπής πατώντας σε απόκρημνους φθόγγους για δηλητήρια γλώσσα, θηρία επιρρήματα, μελλοθάνατες αντωνυμίες, φορώντας την ψυχή τους ανάποδα, κρυμμένοι μεσ' στις σελίδες,

που πιάστηκαν απ' τους κορμούς των λέξεων για να διαπλεύσουν το τέλμα της καθημερινότητας και έφαγαν έτσι τη ζωή τους κρεμασμένοι,

άρχοντες και βασιλείς του Αποστατούντος Λόγου, ναυαγοί στη θάλασσα, σ' αυτή τη βρωμιάρα λουλουδού, στη θάλασσα που έχασε τις ακτές της,

που απαιτούσαν μια αυγή χωρίς όρια, έναν Ήλιο με άποψη, αλλά είχε νυχτώσει στα νοήματα και ήταν αργά, πολύ αργά για κάθε μέλλον,

που έψαχναν στα ερείπια μιας ξένης κραυγής να βρουν τα παιδικά τους σκουλαρίκια,

που έδωσαν μια ανελέητη μάχη στο μητρικό κόλπο να σμίξουν το ωάριο, να πείσουν το ωάριο, να λάβουν υπόσταση, νικώντας χιλιάδες άλλους ίσως πιο τυχερούς,

που ψώνιζαν ανάταση σε πάγκους πλανόδιας θηλυκότητας πληρώνοντας τοις μετρητοίς με νομίσματα αιμοσφαίρια,

που είδαν τη μάνα τους με βαμμένη τη μήτρα της σ ένα μπουρδέλο της Φαβιέρου να σπαρταράει από ηδονή στο κρεβάτι, κρατώντας μία πρόσφατη φωτογραφία τους ανάμεσα στα λεηλατημένα της στήθη,

που ξενύχτησαν στο Πεδίο του Άρεως μπανίζοντας γυμνοί όλη νύχτα το φροϋδικό μάνα που έπεφτε αθρόα στις ιδρωμένες αλέες,

που μπήκαν στην Εθνική Τράπεζα μ' ένα ολόκληρο μπαζούκας ζητώντας από τον ταμία την αγάπη του και μόνο,

που έστελναν ερωτικές επιστολές στον εαυτό τους κι όταν τις λάβαιναν τις διαβάζαν στους γνωστούς κατασυγκινημένοι,

που θα θυμούνται για πάντα εκείνα τα χιλιόχρονα δευτερόλεπτα, τις μακραίωνες στιγμές, όταν κατάφεραν να ψιθυρίσουν τα πρώτα ερωτόλογα στον τοίχο και ο τοίχος ενέδωσε,

που είδαν σε χακί σύννεφα, σε σακάτηδες ουρανούς, τη Μεγάλη Φυγή των Αγγέλων,

που έμειναν άναυδοι μ' ένα σβησμένο τσιγάρο ανάμεσα σε δύο αναμμένα δάχτυλα, να κοιτούν μία γριά σημαία να ανεμίζει το κλεμμένο τους μέλλον,

που ζωγράφισαν στα χείλη του Χριστού μαχαίρι δίκοπο γονατιστοί ζητιανεύοντας ένα τρελόχαρτο,

που μαστούρωναν στα τάγματα των ανεπιθυμήτων στους νεκροθαλάμους του χρέους, μωροζώντανοι ανάμεσα σε ολότελα νεκρούς, ξερνώντας τα μυαλά τους στη σημαία,

που διέσχισαν το άλλο σκοτάδι με διασκελισμούς φωτός, κάνοντας τα κορμιά τους θυσία στο Βάκχο, ζωσμένοι χιαστί με ιλίγγους, νοτίως του Χάους, ξυστά στο Χώρο, ξυστά στο Χρόνο, πιστά υπηρετώντας μια αυτόχειρα νόηση,

που έβλεπαν τον κόσμο όπως το νηστικό τσακάλι κοιτάει την Πανσέληνο, έτοιμο να την κατασπαράξει,

που σκότωναν τις ώρες τους στην ομίχλη της μακεδονικής αυγής μαζεύοντας φράουλες και τεράστια κομμάτια ιστορίας, για να ψηλαφίσουν στο βραδινό βόμβο, στους ασυνάρτητους καπνούς και στα ρυάκια του αίματος, άλλα χρόνια, άλλες εποχές, που ως και τα ποιήματα μπορούσαν να σκοτώσουν,

που τέλειωσαν τα φανταστικά τους ταξίδια σαλπάροντας για το πουθενά καθώς ο πρωινός Ήλιος ούρλιαζε καρφωμένος στα ξερατά των μεθυσμένων της νύχτας,

που τριγύριζαν χρόνια με έπαρση στις γειτονιές των δεινοσαύρων, κάτ' απ' τη φούστα του φωτός κλωτσώντας πανάρχαιους ίσκιους, ώσπου κάποτε είδαν τη ζωή τους μια μασημένη τσίχλα κολλημένη σ' ένα βρώμικο τζάμι,

που προσπαθούσαν να μείνουν νηφάλιοι πάνω στα κατακρεουργημένα τους όνειρα, μα η ψυχή τους γυρνούσε συνεχώς σαν άστεγη σφήκα, σαν ταχυδρόμος που δεν ξέρει σε ποιόν να δώσει το γράμμα,

που έκοψαν τις αρτηρίες τους έτσι για πλάκα για να δουν ψυχρά το αίμα τους να σχηματίζει ένα άγνωστο όνομα και να σμίγει με την καλοκαιρινή βροχή στο έλεος των αθηναϊκών υπονόμων,

που επέζησαν κάνοντας τράκα ανάσες στα πατάρια της αιωνιότητας, Συνεργεία τρόμου, Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, αμπάρια του WORLD HAPPINESS, δύο νεκροί, έξη τραυματίες, ούτε μια αναστημένη συνείδηση,

που χάραξαν το οδικό δίκτυο για την Κόλαση ακριβώς στα ίχνη του βοώντος αίματος,

που πήραν με χίλιες δυό στερήσεις μαθήματα σαβουάρ βιβρ για να πεθάνουν με αξιοπρέπεια και πράγματι πέθαναν έτσι,

που είδαν τα τραίνα της ιστορίας κατάφορτα να περνούν απ' τις ράγες των χρόνων τους και να τους αποχαιρετούν σφυρίζοντας δαιμονισμένα, ένοιωσαν μια τιτάνια νύστα να κυριεύει και το τελευταίο καλώδιο της ψυχής, πριν οι ουρανοί ανοίξουν κλαίγοντας τα χέρια τους μία στιγμή,

που εκφώνησαν εμπνευσμένους λόγους σε άδειες αίθουσες πανεπιστημίων αναγγέλλοντας μια Άνοιξη εντελώς ανεπιθύμητη, κυνηγήθηκαν από τυφώνες στυγερότατων φωνών, Βάθης, οδόστρωμα, χαράματα, το θανάσιμο άλμα της ελευθερίας και οι λυγμοί του Απόλλωνα όταν η λύρα του έπαιξε τη Σιωπή,

που χορεύουν αυτή τη στιγμή νεκροί πάνω στο πτώμα μου στο ρυθμό της σφαγμένης ανάσας,

στο ρυθμό της σφαγμένης ανάσας,

στο ρυθμό της σφαγμένης ανάσας!