Ο ΔΡΑΚΟΣ

Απ’ άκρη σ’ άκρη
η λίμνη άρπαξε φωτιά!
Οι καπνοί σκέπασαν το τοπίο.
Σχημάτιζαν σταχτιά λουλούδια,
γκρι, μαύρα λουλούδια
κι ανέβαιναν στον ουρανό.

Ο θάνατος γελούσε δυνατά!
Ο Δράκος αναδύονταν,
ανέβαινε,
όλο ανέβαινε,

με καμένα μάτια
κοιτούσε κάτω τις πόλεις

και φώναζε
με καμένο στόμα,
με μαύρο στόμα,
χωρίς στόμα:

- Ως πότε θα ζείτε κλέβοντας τους ποταμούς
γρονθοκοπώντας τον φίλο αέρα;
Ως πότε θα ζείτε ληστεύοντας τους ουρανούς;
Πώς θα διασχίσουν τα πουλιά
αυτόν τον ουρανό των αρνήσεων;
Πώς θα αναιρέσει το κελάηδημα
αυτή την χρεωκοπία της ακοής;