ΝΕΚΡΟΓΕΙΟΣ

Ακατάπαυστα
το ρολόι μου αιμορραγεί.
Φεύγει η μέρα
πουτάνα που τέλειωσε τη βάρδια της.
Κ’ η Σελήνη στο πρώτο τέταρτο
σα ψιλοκομμένη πατάτα,
λιανή, κιτρινιάρα, αριστερή,
λέει αισχρόλογα στους διαβάτες.

Κάποιο σκυλί στον Ήλιο πανηγύριζε
που φύτρωσ’ ένας φοίνικας πάνω στους πάγους.

Ένα λουλούδι λιποτάκτησε.
Έγιν’ αγκάθι.

Ψηλά ο πρώην άγγελος
βήχει σα καμπάνα.
Κάτω εγώ
γυρεύοντας το πτώμα μου,
η νύχτα
τρώγοντας
της θάλασσας το γαλάζιο κρέας
και πιο περά
τα φτερά του φτύνοντας
ο προδότης γκιώνης.

Χρονιά με τέσσερις Χειμώνες!

Ο νεκρός θάνατος!

Οι τυφλοί ζητιανεύουν σκοτάδι.