ΛΑΟΚΟΩΝ

Μισά μαύρα, μισά χρυσά μαλλιά,
το ‘να μου μάτι κόκκινο,
τ’ άλλο πιο κόκκινο.
Το μισό φεγγάρι στην καρδιά μου,
τ’ άλλο μισό στην τσέπη μου.
Έξω απ’ το κορμί η ψυχή μου
έρπει μ’ αλλά σκουλήκια.
Ανάμεσα στα φίδια άλλο ένα εγώ
ο Λαοκόων.

Σκλάβες φωνές πολιορκούν την ακοή μου.
Οι ξένοι βάδισαν άσχημα στη χώρα μου
και πρήστηκαν τα χώματά της.
Οι φίλοι μου βαθιά στο χώμα
κοιμούνται κι ονειρεύονται.
Οι αγάπες μου στα κρεβάτια των εχθρών μου.

Όλοι πήγαν στην Κόλαση
κι έτσι μονάχος
για ένα γαμώτο
να παριστάνω τον Παράδεισο!
Πάχυνε η φωνή μου.
Δεν χωράει στ’ αφτιά των ανθρώπων.
Βάρυνε τόσο η μνήμη μου
που έχει πέσει στο χώμα.
Πέταξα όλες τις μάσκες μου
κι έμεινα χωρίς πρόσωπο.
Την Άνοιξη ψάχνοντας
χάθηκα μες στους Χειμώνες.

Ταξιδεύουν οι άνθρωποι
κι εγώ ακόμη εδώ
σα βέλος που μετάνοιωσε
κι έμεινε στάσιμο στον αέρα!

Έχω τινάξει στα ύψη τις τιμές μου
για πάντα μένοντας στα ουράνια ράφια,
πιο αζήτητος κι από τη σκόνη,
πιο τρελλός κι απ’ τον Ήλιο!
Τ’ όνομα μου γραμμένο
σε όλους τους τάφους της Γης.

Το χώμα δαγκώνει
τα παιδιά μου σα μήλα…

Τόσα κόκκαλα
πώς καταπίνει η Γη
χωρίς ανάσα;

Δεν υπάρχει παρά μόνο μια νίκη:
η Πύρρειος Νίκη!
Δαναοί και Τρώες,
κ’ οι δυό νικημένοι!
Ο Χρόνος Κρόνος τρώει τα παιδιά του
κι ο Όμηρος όμηρος των ποιημάτων.

Ο Χρόνος λέει πάντοτε τα ίδια ψέμματα:
Δούρειος Ίππος,
Δούρειος Χρόνος.